ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΩΔΙΚΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ
Με αφορμή την από 12.09.2026 απόφαση της Ολομέλειας Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος κατά την συνεδρίασή της στην Ερμούπολη Σύρου και την διαμοίραση του σχεδίου διατάξεων σχετικά με τις τροποποιήσεις στον Κώδικα Δικηγόρων το οποίο απεστάλη από το Υπουργείο Δικαιοσύνης.
Αθήνα, 29.09.2026
Η Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών καταδεικνύει, αρχικά, την απουσία ενημέρωσης και ουσιαστικής διαβούλευσης αναφορικά με το σχέδιο διατάξεων για την τροποποίηση του Κώδικα Δικηγόρων. Οι ριζικότερες τροποποιήσεις του νομοσχεδίου αφορούν το ζήτημα της άσκησης, επί του οποίου η Ένωσή μας διαθέτει την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία, λόγω της καθημερινής επαφής με τα προβλήματα και τις ιδιαιτερότητες του καθεστώτος αυτού και, ως εκ τούτου, συνιστά τον καθ’ ύλην αρμόδιο συνομιλητή για την αναμόρφωσή του. Είναι, λοιπόν, αναγκαίο η ΕΑΝΔΑ να συμβάλει στη νομοπαραγωγική αυτή διαδικασία.
Συνολικά, το προτεινόμενο σχέδιο εμπεριέχει διατάξεις οι οποίες κινούνται μεν στη σωστή κατεύθυνση αναφορικά με την οριοθέτηση του πλαισίου της άσκησης και των αρμοδιοτήτων των ασκούμενων δικηγόρων, ωστόσο, εν συνόλω, θεωρούμε πως δεν εκσυγχρονίζει επαρκώς το καθεστώς απασχόλησης των ασκουμένων δικηγόρων και δεν λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές συνθήκες της επαγγελματικής καθημερινότητας των νέων συναδέλφων. Αναλυτικότερα επί των προτεινόμενων ρυθμίσεων, η Ένωσή μας επισημαίνει τα ακόλουθα:
Α. Σε σχέση με το καθεστώς της άσκησης:
Α.1. Λειτουργία Ινστιτούτου Νομικών Επαγγελμάτων (Ι.Ν.Ε.), υπεύθυνου για την κατάρτιση των ασκούμενων δικηγόρων (αρ. 12-13 και αρ. 78 επ.):
Εκφράζουμε τις επιφυλάξεις μας σε σχέση με τη δομή, τη διοίκηση, τις αρμοδιότητες και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών του φορέα αυτού. Κρίνεται, επίσης, αναγκαίο να διευκρινιστούν: α) τα κριτήρια με βάση τα οποία θα επιλέγονται οι συνεργαζόμενοι με το Ι.Ν.Ε. φορείς και β) ο τρόπος και ο χρόνος κατά τον οποίο θα λαμβάνει χώρα η κατάρτιση, καθώς και το εάν αυτός θα συμπίπτει με την απασχόληση των ασκουμένων σε δικηγορικό γραφείο ή άλλο φορέα.
Α.2. Καθεστώς της άσκησης και κατοχύρωση της αμοιβής των ασκουμένων με απόφαση του εκάστοτε δικηγορικού συλλόγου (παρ. 8, 9, 11, 12,13 του αρ. 13 αρ. 11):
Οι προβλέψεις αναφορικά με τον προσδιορισμό των αρμοδιοτήτων των ασκουμένων δικηγόρων, η οριοθέτηση του πλαισίου απασχόλησής τους και η καθιέρωση άδειας για ακαδημαϊκές υποχρεώσεις και για συμμετοχή στις εξετάσεις για την άδεια επαγγέλματος κινούνται στη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, η πρόταση για την διαμόρφωση της αμοιβής των ασκουμένων με βάση την απόφαση του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, θεωρούμε ότι οδηγεί σε ανισότητες και υποβάθμιση του ρόλου και των δικαιωμάτων τους. Στο πλαίσιο αυτό, επαναλαμβάνουμε την πάγια θέση μας για τη ρύθμιση της αμοιβής των ασκουμένων με ενιαίο και πανελλαδικό τρόπο, ώστε αυτή να μην υπολείπεται του νόμιμου κατώτατου μισθού.
Α.3. Υποχρεωτική εκπόνηση ενός τμήματος της άσκησης σε φορέα του Δημοσίου (6-8 μήνες) και του υπολοίπου σε δικηγορικά γραφεία ή εταιρείες (8-12 μήνες) (παρ. 3-5 αρ. 13):
Εκφράζουμε τη ρητή αντίθεσή μας στην υποχρεωτική πραγματοποίηση μέρους της άσκησης σε φορείς του Δημοσίου. Ο ασκούμενος πρέπει να διατηρεί την ελευθερία επιλογής του περιβάλλοντος άσκησής του και τη δυνατότητα συνέχισης της συνεργασίας του με το δικηγορικό γραφείο ή την εταιρεία στην οποία απασχολείται. Είμαστε, ιδίως, αντίθετοι στην απασχόληση ασκουμένων σε γραμματείες δικαστηρίων ή στην κάλυψη διοικητικών και γραφειοκρατικών αναγκών της Δικαιοσύνης. Δεν διευκρινίζονται τα κριτήρια κατανομής των ασκουμένων ανά τις υπηρεσίες και δεν εξασφαλίζεται ότι η απασχόληση θα είναι αφενός ουσιαστική και αφετέρου αμιγώς νομική. Αντιθέτως, αντιμετωπίζουμε θετικά τη δυνατότητα πραγματοποίησης μέρους της άσκησης δίπλα σε δικαστικούς λειτουργούς, αποκλειστικά, όμως, σε σαφές και οργανωμένο πλαίσιο, με μελέτη δικογραφιών, παρακολούθηση της δικαστικής διαδικασίας και επεξεργασία νομικών ζητημάτων.
Α.4. Τρόπος εξέτασης για την απόκτηση δικηγορικής άδειας (αρ. 16):
Επισημαίνουμε, αφενός, την αναγκαιότητα διεξαγωγής εξεταστικών περιόδων τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο, αντί της προτεινόμενης μίας, και, αφετέρου, την ανάγκη ρητής περιγραφής του τρόπου εξέτασης και των προϋποθέσεων επιτυχίας ή αποτυχίας σε αυτές. Τονίζουμε, ακόμη, την αναγκαιότητα αποσύνδεσης των εξετάσεων αυτών από το μοντέλο της προπτυχιακής εξέτασης στη Νομική Σχολή, μέσω του προσανατολισμού τους σε πρακτικά δικηγορικά ζητήματα.
Β. Σε σχέση με τις νέες και τους νέους δικηγόρους:
Β.1. Προαγωγή των δικηγόρων σε ανώτερη βαθμίδα κατόπιν της συμπλήρωσης ορισμένων ετών άσκησης επαγγέλματος και της επιμόρφωσης από το Ι.Ν.Ε. (αρ. 21):
Εκφράζουμε την αντίθεσή μας στο σύνολο της προτεινόμενης ρύθμισης για την προαγωγή των δικηγόρων. Η επαγγελματική εξέλιξη δεν μπορεί να εξαρτάται από τη συγκέντρωση συγκεκριμένου αριθμού δικαστηριακών παραστάσεων, καθώς η δικηγορία δεν ταυτίζεται με τη δικαστηριακή δικηγορία. Σημαντικός αριθμός συναδέλφων δραστηριοποιείται στη συμβουλευτική δικηγορία, στις συμβάσεις, στο εταιρικό ή κανονιστικό δίκαιο και σε νομικές υπηρεσίες, χωρίς συστηματικές παραστάσεις. Ακόμη και για τους «δικαστηριακούς» δικηγόρους, ο απαιτούμενος αριθμός παραστάσεων δεν μπορεί να αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο επαγγελματικής εξέλιξης καθόσον εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος των υποθέσεων, το πελατολόγιο και το επαγγελματικό περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιούνται.
Δηλώνουμε δε την επιφύλαξή μας σχετικά με την εξάρτηση της επαγγελματικής εξέλιξης από υποχρεωτικά σεμινάρια, πιστοποιήσεις ή απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ι.Ν.Ε. Αναγνωρίζουμε με την συνεχή κατάρτιση των συναδέλφων ως αναγκαία, ωστόσο επισημαίνουμε ότι ο δικηγόρος έχει ήδη ολοκληρώσει τις νομικές του σπουδές, την άσκηση και τις προβλεπόμενες εξετάσεις για την είσοδό του στο επάγγελμα. Η προαγωγή του δεν πρέπει να μετατρέπεται σε νέα διαδικασία πιστοποίησης από έναν εκπαιδευτικό φορέα. Ζητούμε, συνεπώς διευκρινίσεις σχετικά με τα εν λόγω σεμινάρια και τονίζουμε την αναγκαιότητα να μη συνιστούν μια απλή «επανάληψη» της εξεταστικής διαδικασίας.
Β.2. Κατοχύρωση – για πρώτη φορά – μαχητού τεκμηρίου υπέρ της σύμβασης έμμισθης εντολής για όσους/ες συναδέλφους λαμβάνουν σταθερό ποσό σε μηνιαία, ετήσια ή άλλη περιοδική βάση (άρθρο 26 παρ. 4):
Πρόκειται για ρύθμιση η οποία κινείται μεν στη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο θα πρέπει να λάβει υπόψη τα πραγματικά δεδομένα άσκησης της δικηγορίας στα μικρά και μεσαία δικηγορικά γραφεία, λειτουργώντας προληπτικά και όχι κατασταλτικά.
Β.3. Ασυμβίβαστα (αρ. 7):
Η προτεινόμενη ρύθμιση για τα ασυμβίβαστα συνιστά χαμένη ιστορική ευκαιρία ουσιαστικού εκσυγχρονισμού του Κώδικα Δικηγόρων. Αντί να επανεξετάσει συνολικά ένα καθεστώς που περιορίζει σοβαρά τις επαγγελματικές επιλογές, ιδίως των νεότερων συναδέλφων, το σχέδιο διατηρεί τον βασικό πυρήνα των υφιστάμενων απαγορεύσεων και περιορίζεται σε αποσπασματικές εξαιρέσεις, όπως η δυνατότητα πώλησης προϊόντων από κληρονομημένες αγροτικές καλλιέργειες ή βραχυχρόνιας μίσθωσης κληρονομημένων ακινήτων. Δεν αποτελούν, όμως, αυτά το πραγματικό πρόβλημα του σύγχρονου και του νέου δικηγόρου. Το ουσιώδες ζήτημα είναι εάν ένας συνάδελφος μπορεί, ιδίως κατά τα πρώτα και οικονομικά δυσκολότερα χρόνια της επαγγελματικής του πορείας, να απασχοληθεί παράλληλα σε μια επιχείρηση ή σε άλλο επαγγελματικό αντικείμενο, χωρίς να τίθεται ενώπιον του διλήμματος εγκατάλειψης της δικηγορικής του ιδιότητας.
Ζητούμε, συνεπώς, συνολική επαναθεμελίωση του καθεστώτος των ασυμβιβάστων, με σαφείς και περιοριστικά προσδιορισμένες απαγορεύσεις μόνο για δραστηριότητες που πράγματι συγκρούονται με την ανεξαρτησία, την αξιοπρέπεια και την ορθή άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος. Η μεταρρύθμιση του Κώδικα πρέπει να ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες άσκησης του επαγγέλματος σήμερα και να διευρύνει τις επαγγελματικές δυνατότητες των νέων δικηγόρων.
ΓΙΑ ΤΟ ΔΣ ΤΗΣ ΕΑΝΔΑ
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΥΡΟΓΙΑΝΝΗ ΓΑΒΡΙΗΛ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ