ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΕΑΝΔΑ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ -JUSTICE WATCH ΣΤΙΣ 20.10.2026

Η ΕΑΝΔΑ συμμετείχε στην εκδήλωση που διοργανώθηκε από το Παρατηρητήριο Δικαιοσύνης-Justice Watch στις 20.10.2026 στην αιθουσα εκδηλώσεων του ΔΣΑ με θέμα: “H Συνεργασία Δικαστών και Δικηγόρων ως προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης”.  Στην εκδήλωση συμμετείχαν μεταξύ άλλων ο Υπουργός Δικαιοσύνης κύριος Γ.Φλωρίδης, ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου κύριος Π. Λυμπερόπουλος, ο Πρόεδρος της Ολομέλειας Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος και του ΔΣΑ κύριος Α. Κουτσόλαμπρος, ο Πρόεδρος της Τριμελούς Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών κύριος Χ. Λινός, η Πρόεδρος της Τριμελούς Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών κυρία Σ. Λιγνού, ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης κύριος Δ. Φινοκαλιώτης.

Την ΕΑΝΔΑ εκπροσώπησε η Πρόεδρος, Σοφία Συρογιάννη. Αναλυτικά η τοποθέτηση της:

“Αξιότιμε κύριε Υπουργέ και κύριε Πρόεδρε του Αρείου Πάγου,

Κύριε Πρόεδρε της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος και του ΔΣΑ,

Σεβαστοί Λειτουργοί και Συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης,

Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ για το λόγο και για το βήμα που δίνετε στην Ένωσή μας σε μια τόσο ενδιαφέρουσα και σημαντική για το Κράτος Δικαίου εκδήλωση.

Το ζήτημα της εύρυθμης λειτουργίας της Δικαιοσύνης, και ιδίως του τρόπου συμπεριφοράς και αλληλεπίδρασης των παραγόντων αυτής, απασχολεί συχνά την Ένωσή μας, έχει δε πολλές φορές -δυστυχώς- δώσει αφορμή στην ΕΑΝΔΑ για σειρά τοποθετήσεων, παρεμβάσεων και ανακοινώσεων. Και αυτό διότι ως Ένωση πιστεύουμε ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα ζήτημα που σχετίζεται με την καθημερινή λειτουργία των δικαστηρίων, αλλά αφορά την ποιότητα της απονομής της Δικαιοσύνης και επηρεάζει σημαντικά την εμπιστοσύνη των πολιτών στο Κράτος Δικαίου και τους θεσμούς του.

Γιατί η Δικαιοσύνη δεν αποτελείται μόνο από νομοθεσία, δικονομία, δικογραφίες και αποφάσεις. Αποτελείται πρωτίστως από ανθρώπους, από επαγγελματίες που υπηρετούν διαφορετικούς μεν, αλλά καθ’όλα συμπληρωματικούς ρόλους, με κοινή στόχευση την ορθή εφαρμογή του δικαίου και την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών. Και μέσα σε αυτό το θεσμικό περιβάλλον, η αγαστή συνεργασία δικαστή και δικηγόρου φρονούμε πως έχει καθοριστική σημασία.

Είναι πάρα πολλές οι πτυχές που μπορεί να επιλέξει να αναδείξει κανείς για το θέμα αυτό και πολύ διαφορετικός, φυσικά, ο τόνος και ο τρόπος με τον οποίο θα επιλέξει να μιλήσει. Η Ένωση μας επιλέγει να μιλήσει με πραότητα και ειλικρίνεια, αμφότερες προϋποθέσεις της ενότητας. Και γι’ αυτό επιλέγει να επικεντρωθεί σε μια πτυχή που θεωρεί πάρα πολύ σημαντική για έναν γόνιμο διάλογο: στην προσδοκία μιας νέας δικηγορικής γενιάς ως προς την συμπεριφορά ενός δικαστικού/εισαγγελικού λειτουργού κατά την άσκηση της εξουσίας του. Στο πώς, δηλαδή, περιμένουμε εμείς, ως ασκούμενοι και νέοι δικηγόροι, να μας αντιμετωπίσει ένας δικαστικός λειτουργός σε μια οποιαδήποτε δικονομική διαδικασία. Θα οριοθετήσω την αναφορά μου στο πεδίο που φρονώ ότι κατεξοχήν δοκιμάζονται οι σχέσεις δικαστικών- εισαγγελικών λειτουργών και δικηγόρων: στο ποινικό ακροατήριο. Και αυτό, όχι μόνο γιατί εκεί οι παράγοντες, αν και οφείλουν να συνεργάζονται, αρκετά συχνά συγκρούονται, αλλά και γιατί το ποινικό ακροατήριο, και εν γένει η ποινική διαδικασία, αποτελεί το ύψιστο πεδίο διαφύλαξης ανθρώπινων δικαιωμάτων, ήτοι της διαφύλαξης του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε μια δίκαιη δίκη.

Πρώτου μιλήσουμε, όμως, για την προσδοκία μας, ας δούμε ποιοι είμαστε και πως οφείλουμε εμείς να συμπεριφερόμαστε. Ποια είναι, λοιπόν, κατά μέσο όρο, η γενιά μας και ποια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Είμαστε συνάδελφοι 23-30 ετών, νέοι επαγγελματίες και νέοι επιστήμονες. Η πλειοψηφία από εμάς έχει αξιόλογο επιστημονικό υπόβαθρο, οι περισσότεροι είμαστε εξειδικευμένοι, κατέχουμε, τουλάχιστον, έναν μεταπτυχιακό τίτλο και έχουμε εξασκηθεί να είμαστε επιμελείς, προσεκτικοί και αναλυτικοί. Έχουμε απειρία, η οποία, άλλοτε, εκδηλώνεται με παρρησία και δυναμισμό και, άλλοτε, με φόβο και άγχος. Είμαστε, επίσης, μια δικηγορική γενιά που την χαρακτηρίζει η οικονομική αστάθεια και η ανασφάλεια, η οποία εκδηλώνεται, είτε στο άγχος διατήρησης ενός, (πολλές φορές του πρώτου μας) πελάτη, είτε στην αδυναμία αυτόνομης σταδιοδρομίας, οι περισσότεροι από εμάς είμαστε συνεργάτες σε δικηγορικά γραφεία άλλων. Όλα αυτά τα αναφέρω, όχι γιατί ζητάμε εξαίρεση από τις απαιτήσεις του λειτουργήματός μας ή κάποια ιδιαίτερη ή προνομιακή μεταχείριση, αλλά διότι πιστεύω ότι έχουν την σπουδαιότητά τους και πρέπει να αξιολογούνται συνολικώς όταν καλούμαστε να μιλήσουμε για συμπεριφορές, συνεργασία και αλληλεπίδραση ανθρώπων.

Οφείλουμε, λοιπόν, ως νέοι συνάδελφοι να επιδεικνύουμε θεσμική ευγένεια και σεβασμό προς όλους τους συμμετέχοντες στη διαδικασία, δικαστικούς-εισαγγελικούς λειτουργούς αλλά και συναδέλφους μας. Επιδεικνύοντας, άλλωστε, σεβασμό διεκδικούμε ταυτόχρονα και τον σεβασμό που μας αναλογεί. Να συμπεριφερόμαστε με επαγγελματισμό, να προσερχόμαστε στην ώρα μας, να είμαστε προετοιμασμένοι, διαβασμένοι, να γνωρίζουμε τη δικογραφία μας και να τηρούμε τους δικονομικούς κανόνες. Οφείλουμε να απευθυνόμαστε στο δικαστήριο με ευπρέπεια, σαφήνεια και αυτοσυγκράτηση.

Να μην υποτιμούμε, να μην διακόπτουμε χωρίς λόγο και να μην καταφεύγουμε σε ειρωνεία. Να διατυπώνουμε τις θέσεις μας με επιχειρήματα, να επιμένουμε όταν το απαιτεί η υπεράσπιση των συμφερόντων του εντολέα μας και να διαφωνούμε όταν και όπου το θεωρούμε αναγκαίο, χωρίς να προσβάλλουμε. Μέρος της δικονομίας είναι η αντιδικία όχι η προσωπική αντιπαράθεση. Μια ισχυρή νομική επιχειρηματολογία, άλλωστε, δεν έχει ανάγκη από προσωπικές επιθέσεις ούτε ισχυροποιείται από την ένταση της φωνής μας. Να μην προσπαθούμε να «ξεγελάσουμε» το δικαστήριο ή τον αντίδικο μας και να μην γινόμαστε παρελκυστικοί, δεν βρισκόμαστε εκεί για να κερδίσουμε εντυπώσεις αλλά για να εκπροσωπήσουμε υπεύθυνα τον εντολέα μας.

Να διαφωνούμε με τρόπο θεσμικό και γόνιμο, να αντιλέγουμε, να ασκούμε τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα και αυτονοήτως να κρίνουμε τις δικαστικές αποφάσεις. Να παρατηρούμε, να μαθαίνουμε και να εξελισσόμαστε. Να ενεργούμε σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων και Δεοντολογίας εντός αλλά και εκτός της δικαστικής αίθουσας. Και φυσικά να μην ανεχόμαστε υποτιμητικές και προσβλητικές συμπεριφορές όχι μόνο σε βάρος μας αλλά και σε βάρος όλων των συναδέλφων μας.

Είναι αυτονόητο ότι οι απαιτήσεις αυτές δεν είναι μονομερείς. Ισχύουν εκατέρωθεν. Προσδοκούμε, δηλαδή, αντίστοιχα και από τον Δικαστή να επιδεικνύει σεβασμό προς όλους τους παράγοντες της δίκης, να συμπεριφέρεται από έδρας με νηφιαλιότητα και αυτοσυγκράτηση. Η ευγένεια δεν είναι αδυναμία, η ψυχραιμία δεν είναι υποχώρηση και η θεσμική του αξιοπιστία δεν κερδίζεται ούτε με επιθετικότητα ούτε με ένταση. Αναμένουμε να έχει μελετήσει την δικογραφία και να γνωρίζει το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο, να ακούει με προσοχή και να απαντά αιτιολογημένα στα νομικά και πραγματικά επιχειρήματα των συναδέλφων μας, επιδεικνύοντας ταυτόχρονα σεβασμό στην εξειδίκευση και την επιστημονική τους κατάρτιση. Να μην ταυτίζει τον δικηγόρο με τον εντολέα του, να μην διακόπτει ούτε να υποβιβάζει το ρόλο του συλλειτουργού, να μην προσωποποιεί τον δικονομικό αντίλογο, να σέβεται το τεκμήριο αθωότητας και να διασφαλίζει ότι θα ικανοποιηθούν όλα τα δικαιώματα όλων ανεξαιρέτως των διαδίκων. Να είναι εγγυητής της ισότητας, της συμπερίληψης και της προστασίας του αδυνάμου.

Ιδίως εμείς, οι ασκούμενοι και οι νέοι δικηγόροι, περιμένουμε, επιπλέον, από έναν Δικαστή να επιδεικνύει ενσυναίσθηση-μια ανθρώπινη διάσταση που δεν απομειώνει το κύρος και την αυθεντία του, απεναντίας το ενισχύει. Να μην λησμονεί ότι έχει και ο ίδιος διέλθει τα πρώτα στάδια της δικηγορίας και «έχει περάσει από την θέση μας».  Να αντιλαμβάνεται ότι το ακροατήριο είναι πλην όλων των άλλων και ένας χώρος διαμόρφωσης επαγγελματικής συνείδησης για έναν νέο συνάδελφο.

Αυτό, όμως, που περιμένουμε περισσότερο από όλα είναι η  επιείκεια- το μεγαλύτερο δείγμα θεσμικής ωριμότητας.  Όχι με την μορφή της ανοχής σε παραβάσεις των κανόνων, ούτε με μορφή της έκπτωσης από την αυστηρότητα και την τυπικότητα που απαιτεί η δικαστική λειτουργία. Αλλά  με την μορφή της κατανόησης της ανθρώπινης διάστασης της επαγγελματικής εμπειρίας. Η επιείκεια, η οποία έχει μητέρα την Δημοκρατία και πατέρα τον Αριστοτέλη, ενσωματώνει, αν θέλετε, και μια παιδαγωγική όψη της δικαστικής λειτουργίας. Σημαίνει ότι η διόρθωση ενός λάθους σε έναν νέο συνάδελφο γίνεται χωρίς απαξίωση, ότι η επισήμανση μιας παράλειψης γίνεται χωρίς ειρωνεία, ότι η εφαρμογή της δικονομικής τάξης και η διεύθυνση της διαδικασίας θα γίνει χωρίς προσβολή της προσωπικότητας, χωρίς εντάσεις ή αυστηρή επίπληξη, χωρίς δημόσια έκθεση ή διάθεση επιβολής. Επιείκεια σημαίνει ότι η επ’ ακροατηρίω διαδικασία θα δώσει εν τέλει ευκαιρία βελτίωσης σε έναν νέο συνάδελφο, όχι αφορμή απαξίωσης του, θα ενισχύσει την αυτοπεποίθηση του και θα καλλιεργήσει τον σεβασμό του προς τον θεσμό του Δικαστή.

Σεβαστοί λειτουργοί και συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης,

Προσπάθησα, καταληκτικώς, να σταχυολογήσω τα κοινά μας σημεία τα οποία ήταν ομολογώ πολύ περισσότερα από όσα είχα αρχικά σκεφτεί. Έχουμε κοινή ακαδημαϊκή αφετηρία, υπήρξαμε συμφοιτητές σε προπτυχιακό επίπεδο, συνάδελφοι σε δικηγορικά γραφεία, αποκτήσαμε κοινή επιστημονική και επαγγελματική εξειδίκευση, έχουμε παρεμφερείς καθημερινές προσλαμβάνουσες. Βιώνουμε κοινή δικαστηριακή καθημερινότητα, αντιμετωπίζουμε ίδια οργανωτικά προβλήματα, καλούμαστε από κοινού να προσαρμοστούμε στις διαρκείς νομοθετικές αλλαγές και τις προκλήσεις του επαγγέλματός μας.  Έχουμε διαφορετικούς δικονομικούς ρόλους και υποχρεώσεις, μα μία και κοινή στόχευση: την ορθή και αποτελεσματική λειτουργία της Δικαιοσύνης.

Διαβάσαμε στην πρόσφατη ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος κατά την συνεδρίαση της στις 17.10.2026 στο Μεσολόγγι, ακούσαμε και σήμερα, ότι συζητήθηκε και τέθηκε προς επεξεργασία Σχέδιο Κώδικα Δεοντολογίας το οποίο θα διέπει τις σχέσεις δικαστών και δικηγόρων. Χαιρετίζουμε την πρωτοβουλία αυτή και εκφράζουμε και δημόσια την επιθυμία μας ως ΕΑΝΔΑ να συμμετέχουμε στην σχετική διαδικασία κομίζοντας την οπτική της νέας δικηγορικής γενιάς. Με την ελπίδα, φυσικά, η πρωτοβουλία αυτή να μην αποτυπωθεί απλώς σε ένα γραπτό κείμενο, αλλά να αποτελέσει αφορμή για εκατέρωθεν αυτοκριτική και για εδραίωση μιας κουλτούρας συμπόρευσης, θεσμικά γόνιμης αλληλεπίδρασης και συνεργασίας.

Γιατί ο σεβασμός και η θεσμική ευγένεια μεταξύ ημών δεν ενδεικνύουν απλώς την ποιότητα στην λειτουργία της Δικαιοσύνης, αλλά πολύ περισσότερο αποδεικνύουν μια καθημερινή στάση ευθύνης απέναντι στους πολίτες που προσέρχονται ενώπιον της.

Σας ευχαριστώ”