ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΑΝΔΑ ΓΙΑ ΑΜΕΣΗ ΑΠΟΣΥΡΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΑΡ. 23 ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Θέμα: Άμεση απόσυρση της προτεινόμενης διάταξης του άρθρου 23 του
σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών – Όχι στη
μετατροπή ιδιωτικών συμβάσεων ρύθμισης οφειλών σε εκτελεστούς τίτλους
χωρίς προηγούμενο δικαστικό έλεγχο.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών
(ΕΑΝΔΑ) εκφράζει την έντονη αντίθεσή του στην προωθούμενη νομοθετική ρύθμιση
του άρθρου 23 του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και
Οικονομικών, με την οποία προβλέπεται η προσθήκη του άρθρου 63Ε στον ν.
5072/2023 και η αναγνώριση της σύμβασης ρύθμισης οφειλών ως εκτελεστού τίτλου,
σύμφωνα με το άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ΄ ΚΠολΔ.
Η προτεινόμενη διάταξη συνιστά σοβαρή οπισθοδρόμηση ως προς τις δικονομικές
εγγυήσεις προστασίας των οφειλετών και διαταράσσει την ήδη άνιση σχέση μεταξύ
των πολιτών και των τραπεζικών ιδρυμάτων, των εταιρειών απόκτησης απαιτήσεων
και των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (funds και servicers).
Ειδικότερα, με τη συγκεκριμένη ρύθμιση παρέχεται η δυνατότητα επίσπευσης
αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση ιδιωτική σύμβαση ρύθμισης, χωρίς να απαιτείται η
προηγούμενη έκδοση διαταγής πληρωμής ή άλλου δικαστικού εκτελεστού τίτλου. Με
τον τρόπο αυτό παρακάμπτεται ο προληπτικός δικαστικός έλεγχος που διενεργείται
κατά την έκδοση διαταγής πληρωμής, ιδίως ως προς τη νομιμοποίηση του αιτούντος
και την έγγραφη απόδειξη της απαίτησης και του ύψους της.
Παράλληλα, δημιουργείται σοβαρός κίνδυνος η διαπίστωση του ανεξόφλητου
υπολοίπου της οφειλής, μετά από τυχόν μερική εκπλήρωση της συμφωνίας, να
στηρίζεται σε στοιχεία που προσκομίζει μονομερώς ο δανειστής, χωρίς προηγούμενη
ανεξάρτητη δικαστική επαλήθευση.
Η αναγνώριση εκτελεστότητας σε μία τέτοια ιδιωτική συμφωνία καθίσταται ιδιαίτερα
προβληματική όταν συνεκτιμηθεί η προφανής ανισότητα διαπραγματευτικής ισχύος
μεταξύ των συμβαλλομένων. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οργανωμένοι
χρηματοπιστωτικοί φορείς, με σημαντική οικονομική και νομική υποστήριξη, και από
την άλλη πολίτες που συχνά αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες και
επιδιώκουν τη ρύθμιση των οφειλών τους προκειμένου να διασώσουν την κατοικία ή
την περιουσία τους.
Η οικονομική ανάγκη του οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελεί το μέσο για την
αποδυνάμωση των δικονομικών του εγγυήσεων.
Περαιτέρω, η παράκαμψη της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής συνεπάγεται
την απώλεια της δυνατότητας άσκησης της ειδικής ανακοπής κατά αυτής, ενώ ο
οφειλέτης οδηγείται στην ανάγκη άσκησης άλλων ενδίκων βοηθημάτων, ιδίως της
ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, προκειμένου να αμφισβητήσει την
απαίτηση ή τη νομιμότητα της εκτελεστικής διαδικασίας.

Η μετατόπιση της δικαστικής προστασίας σε μεταγενέστερο στάδιο είναι ιδιαίτερα
επιβαρυντική για τον οικονομικά ασθενέστερο οφειλέτη, ο οποίος καλείται να
αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας ήδη εκκινηθείσας διαδικασίας αναγκαστικής
εκτέλεσης, αναλαμβάνοντας το σχετικό οικονομικό και δικονομικό βάρος.
Η προτεινόμενη ρύθμιση εγείρει, συνεπώς, σοβαρά ζητήματα υπό το πρίσμα του
άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και της αρχής
της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, ενώ χρήζει ιδιαίτερης αξιολόγησης και
υπό το πρίσμα της προστασίας του καταναλωτή από καταχρηστικούς συμβατικούς
όρους.
Επιπλέον, η παροχή ενός τόσο σημαντικού δικονομικού πλεονεκτήματος στους
δανειστές, με την αποφυγή της διαδικασίας δικαστικής απόκτησης εκτελεστού τίτλου
και των συναφών επιβαρύνσεων, εντείνει την ανισορροπία μεταξύ των μερών.
Η ΕΑΝΔΑ επισημαίνει ότι η επιτάχυνση των διαδικασιών είσπραξης απαιτήσεων και
η αποσυμφόρηση της Δικαιοσύνης δεν μπορούν να επιδιώκονται με τίμημα την
αποδυνάμωση των δικαιωμάτων των πολιτών και την υποβάθμιση των εγγυήσεων
του κράτους δικαίου.
Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως περιττό διαδικαστικό εμπόδιο
στην είσπραξη απαιτήσεων. Ούτε μπορεί η προστασία των οφειλετών να
υποχωρεί κάθε φορά που προτάσσεται η ανάγκη ταχύτερης ικανοποίησης των
συμφερόντων των χρηματοπιστωτικών φορέων.
Για τους λόγους αυτούς, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΑΝΔΑ:
1. Καταδικάζει απερίφραστα την προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 23 του
σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατά το
μέρος που αναγνωρίζει τη σύμβαση ρύθμισης οφειλών ως εκτελεστό τίτλο
χωρίς προηγούμενο δικαστικό έλεγχο.
2. Ζητεί την άμεση απόσυρση της επίμαχης διάταξης και καλεί την πολιτική
ηγεσία του Υπουργείου και τα μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου να μην
προχωρήσουν στην ψήφισή της.
3. Συντάσσεται με τη θέση της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των
Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος και στηρίζει κάθε πρόσφορη
θεσμική πρωτοβουλία για την προάσπιση των δικαιωμάτων των οφειλετών.
4. Καλεί την Πολιτεία να διασφαλίσει ότι οποιαδήποτε νομοθετική παρέμβαση
στον τομέα της διαχείρισης ιδιωτικού χρέους θα σέβεται τις συνταγματικές και
ευρωπαϊκές εγγυήσεις δικαστικής προστασίας, την αρχή της αναλογικότητας
και την ανάγκη ουσιαστικής προστασίας των οικονομικά ευάλωτων πολιτών.
Η προστασία των οφειλετών δεν αποτελεί συντεχνιακή διεκδίκηση του
δικηγορικού κόσμου, αλλά ζήτημα δημοκρατίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και
κράτους δικαίου.
Η ΕΑΝΔΑ οφείλει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της υπεράσπισης αυτών
των αρχών.

ΓΙΑ ΤΟ ΔΣ ΤΗΣ ΕΑΝΔΑ

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΣΟΦΙΑ ΣΥΡΟΓΙΑΝΝΗ

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ

ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ 30.10.2026