ΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

ΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Αθήνα 10/11/2023

Η καταστολή της φοροδιαφυγής μέσω της πρόληψης και της διαπίστωσης των οικείων παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας από την Φορολογική Διοίκηση, συνιστά κατά τα άρθρα 4 παρ.5 και 106 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Και αυτό διότι, η ανεύρεση αποκρυβείσας φορολογητέας ύλης μπορεί να συνεισφέρει στην επίτευξη της οικονομικής και κοινωνικής λειτουργίας του φόρου, όπως είναι η οικονομική ανάπτυξη, η δίκαιη ανακατανομή του πλούτου, η ισχυροποίηση της κοινωνικής πολιτικής που εφαρμόζει το κράτος κ.α..

Προς το σκοπό αυτό, η Φορολογική Διοίκηση φέρει καταρχήν το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη φορολογική παράβαση. Ωστόσο, η Φορολογική Διοίκηση δεν υποχρεούται να τεκμηριώσει την εκάστοτε παράβαση με αδιάσειστα στοιχεία, διότι πράγματι κάτι τέτοιο θα της επέβαλε ένα υπέρμετρο μέτρο που θα καθιστούσε αναποτελεσματική την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Για τον λόγο αυτό, έχει κριθεί και από την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ότι η ύπαρξη φορολογητέας ύλης μπορεί να προκύπτει τόσο από άμεσες όσο και από έμμεσες αποδείξεις (τεκμήρια), υπό την προϋπόθεση ότι αυτά υπό αντικειμενικό τρόπο είναι ικανά να προσδώσουν στέρεη πραγματική βάση στο συμπέρασμα περί διάπραξης της αποδιδόμενης παράβασης (ΣτΕ 884/2016, ΣτΕ 2316/1991, ΣτΕ 2961/1980 κ.α.).

Εν προκειμένω, ο Υπουργός Οικονομικών κ. Χατζηδάκης και οι συναρμόδιοι κκ. Υπουργοί ανακοίνωσαν, διά της παράθεσης συνέντευξης τύπου, ότι η κυβέρνηση πρόκειται να φέρει προς ψήφιση νομοσχέδιο για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, το οποίο και χαρακτήρισαν ως ουσιαστική μεταρρύθμιση στον τομέα αυτό. Κεντρικός πυλώνας της εν λόγω «μεταρρύθμισης» είναι η οριζόντια φορολόγηση, διαμέσου τεκμηρίων, του συνόλου των ελευθέρων επαγγελματιών επί τη βάσει του ελάχιστου ετήσιου κατώτατου μισθού, όπως αυτός αναπροσαρμόζεται από την οικεία εργατική νομοθεσία, ήτοι στο ποσό των 10.920,00€ στα πρώτα έξι χρόνια λειτουργίας και των 14.196,00€ στα δώδεκα έτη λειτουργίας πλέον, κατά περίπτωση, προσαυξήσεων που ήδη έχουν ανακοινωθεί. Μάλιστα, επιδιώκεται να εισπραχθούν περί των 600εκ. ευρώ, μέσω αυτής της «ουσιαστικής μεταρρύθμισης» όπως χαρακτηρίστηκε από τα κυβερνητικά στελέχη, τη στιγμή που η φοροδιαφυγή στην Ελλάδα εκτιμάται ότι προσεγγίζει περί του 20% του ΑΕΠ.

Ωστόσο, στο επικείμενο νομοσχέδιο, τίθενται ορισμένα ζητήματα νομικής και πολιτικής φύσης για τα οποία η κυβέρνηση δεν έχει τοποθετηθεί μέχρι στιγμής. Πρώτον, η επιδιωκόμενη ανεύρεση της χαρακτηρισμένης ως νέας φορολογητέας ύλης δεν θα γίνει από τεκμήρια «αντικειμενικά και ικανά που προσδίδουν στέρεη πραγματική βάση» (βλ. ανωτέρω) καθώς η βάση υπολογισμού προσδιορίζεται επί των όσων ισχύουν στη μισθωτή εργασία, η οποία από την φύση της διαφέρει ουσιωδώς από το ελεύθερο επάγγελμα. Παράλληλα, πρόκειται να εφαρμοστεί επί του συνόλου των ελευθέρων επαγγελματιών ανεξαρτήτως κλάδου (π.χ. δικηγόροι, μηχανικοί, γιατροί, οικονομολόγοι, έμποροι κλπ.) χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν οι ιδιαιτερότητες κάθε κλάδου.  Tο μέτρο αυτό δημιουργεί έντονους κοινωνικούς αυτοματισμούς καθώς συγκρίνει αναίτια τους ελεύθερους επαγγελματίες με τους μισθωτούς.

Δεύτερον, ως βασικός πυλώνας της «φορολογικής μεταρρύθμισης», παρουσιάζονται τα μέτρα που πρόκειται να θεσπιστούν για τους ελεύθερους επαγγελματίες με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να  στοχοποιεί τους ελεύθερους επαγγελματίες στο σύνολο τους, ως την βασική αιτία της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα. Το χειρότερο δε, είναι ότι η κυβέρνηση θα κρύψει την τυχόν ελλιπή πολιτική της βούληση να καταπολεμήσει την πραγματική και μεγάλη φοροδιαφυγή, πίσω από αυτό το αναποτελεσματικό και άδικο νομοσχέδιο που θα επηρεάσει κυρίως τους πιο αδύναμους, όπως αναφέρεται κατωτέρω, και από το οποίο επιδιώκεται να εισπραχθούν μόλις 600εκ. ευρώ.

Τρίτον, η οριζόντια μεταχείριση των ελευθέρων επαγγελματιών θα συμπαρασύρει αδίκως πλήθος ελευθέρων επαγγελματιών, ιδίως νέων, οι οποίοι θα επωμιστούν πέραν των φορολογικών βαρών, και περαιτέρω διοικητικά κόστη για να ανατρέψουν τα δήθεν «μαχητά» τεκμήρια στις κατά τόπους Δ.Ο.Υ., στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ και ενδεχομένως στα Διοικητικά Δικαστήρια της χώρας. Δεν είναι, όμως, νοητό σε ένα Κράτος Δικαίου, να επωμίζονται δυσανάλογο βάρος πολίτες που ουδεμία ευθύνη φέρουν, λόγω της αδυναμίας της Κυβέρνησης να προβεί στη θέσπιση  ουσιωδών μέτρων καταπολέμησης της φοροδιαφυγής.

Τέταρτον, η Κυβέρνηση ουδέποτε επιχείρησε να διαβουλευτεί και να ακούσει τους επιστημονικούς φορείς, τις επαγγελματικές ενώσεις και τους ανθρώπους της αγοράς ούτως ώστε να νομοθετήσει επί πραγματικών και αποτελεσματικών δεδομένων. Ενδεικτικά, παρατίθενται τα κάτωθι στοιχεία:  i) στον κλάδο των δικηγόρων, 12.977 συνάδελφοι έχουν ως έδρα της επαγγελματικής τους δραστηριότητας την κατοικία τους, και άρα αποδεικνύεται δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στο αυξημένο κόστος λειτουργίας ενός δικηγορικού γραφείου, ii) η πλειοψηφία των δικηγόρων – συνεργατών εργάζεται επί χρόνια υπό καθεστώς «μπλοκακίου», με αποτέλεσμα το νέο φορολογικό νομοσχέδιο να αποτελεί ένα επιπλέον χαράτσι – τροχοπέδη σε όσους και όσες  επιθυμούν να κάνουν το επόμενο βήμα και να ανοίξουν το δικό τους δικηγορικό γραφείο, iii) χιλιάδες δικηγόροι έχουν υπαγάγει τις ασφαλιστικές φορολογικές τους οφειλές σε προγράμματα ρύθμισης λόγω της αδυναμίας τους να τις εξοφλήσουν αμέσως, iv) οι ασκούμενοι δικηγόροι, ιδίως της επαρχίας, αμείβονται ουσιωδώς χαμηλότερα από έναν μισθωτό υπάλληλο πλήρους απασχόλησης v) νέες μητέρες – συνάδελφοι δεν κάνουν διακοπή εργασιών προκειμένου να έχουν ασφαλιστική κάλυψη, vi) νέοι δικηγόροι παρέχουν υπηρεσίες χαμηλότερου κόστους προκειμένου να είναι ανταγωνιστικοί στην αγορά, vii) είμαστε ο μοναδικός κλάδος που, μέσω των γραμματίων προείσπραξης, φορολογούμαστε και καταβάλουμε ασφαλιστικές εισφορές προκαταβολικά σε αντίθεση με άλλους κλάδους, γεγονός που αποδεικνύει τον άδικο χαρακτήρα της οριζόντιας αντιμετώπισης των ελευθέρων επαγγελματιών κ.α.. Με βάση τις εξαγγελίες του νέου νομοσχεδίου οι δικηγόροι αυτοί θα φορολογούνται για ένα εισόδημα που δεν έχουν δημιουργήσει.

Ως ΕΑΝΔΑ, καταγγέλλουμε την πρόθεση της Κυβέρνησης να φέρει προς ψήφιση ένα τέτοιο φορολογικό νομοσχέδιο το οποίο από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι δεν καταπολεμά την φοροδιαφυγή, αλλά επιβάλλει ένα επιπρόσθετο οικονομικό βάρος στους ελεύθερους επαγγελματίες, μικρής τάξης. Παράλληλα, δηλώνουμε ότι στηρίζουμε την από 7/11/2023 απόφαση του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών αναφορικά με το πλαίσιο των κινητοποιήσεων που τέθηκε . Καταληκτικά, ζητάμε από την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων να  μας απευθύνει πρόσκληση για  τυχόν συνάντηση που θα πραγματοποιηθεί με τους επιστημονικούς φορείς και το αρμόδιο Υπουργείο ώστε  να εκφράσουμε τις θέσεις μας.  Διαβεβαιώνουμε τους συναδέλφους μας ότι θα αγωνιστούμε για την καλύτερη προάσπιση των συμφερόντων τους και θα παρουσιάσουμε άμεσα εναλλακτικές προτάσεις στα μέτρα που έχει εξαγγείλει η Κυβέρνηση.

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΔΣ ΤΗΣ ΕΑΝΔΑ
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΕΡΖΙΜΠΑΣΗΣ

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΣΤΕΛΙΟΣ ΒΟΥΚΟΥΝΑΣ